Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

power factor


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο factor παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: power
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
factor n(element)παράγοντας, συντελεστής ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)παίζω ρόλο έκφρ
 The price will be a factor in my decision to buy a new suit.
 Η τιμή θα είναι παράγοντας στην απόφασή μου να αγοράσω καινούριο κοστούμι.
 Η τιμή θα παίξει ρόλο στην απόφασή μου να αγοράσω καινούριο κοστούμι.
factor n(mathematics: divisor) (μαθηματικά)διαιρέτης ουσ αρσ
 The factors of six are one, two, three and six.
 Οι διαιρέτες του έξι είναι το ένα, το δύο, το τρία και το έξι.
factor n(lender)δανειστής, δανείστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 He sold his debtor list to a factor.
 Πούλησε τη λίστα των οφειλετών του σε ένα δανειστή (or: σε μια δανείστρια).
factor vi(resolve into factors) (μαθηματικά)παραγοντοποιούμαι ρ αμ
 This equation doesn't factor!
 Αυτή η εξίσωση δεν παραγοντοποιείται!
factor [sth] vtr(maths: resolve into factors) (μαθηματικά)παραγοντοποιώ ρ μ
 I had to factor 20 equations for my homework.
 'Επρεπε να παραγοντοποιήσω 20 εξισώσεις ως εργασία για το σπίτι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
factor n(agent)αντιπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ
  αντιπροσωπεία ουσ θηλ
 He went to the motor factors to buy the replacement carburettor.
 Πήγε στην αντιπροσωπεία αυτοκινήτων για να αγοράσει ένα ανταλλακτικό καρμπυρατέρ.
factor vtr(agency)χειρίζομαι ρ μ
 He factors debts for small businesses.
 Χειρίζεται χρέη για μικρές επιχειρήσεις.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
factor [sth] in,
factor in [sth]
vtr phrasal sep
(include in calculation)συνυπολογίζω ρ μ
 We forgot to factor in the cost of air conditioning.
 Ξεχάσαμε να συνυπολογίσουμε το κόστος του κλιματισμού.
factor [sth] into [sth] vtr phrasal sepfigurative (include)συνυπολογίζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 When we were choosing a house, we factored in the distance to the office each morning.
factor [sth] out,
factor out [sth]
vtr phrasal sep
(exclude from a calculation)αποκλείω κτ από έναν υπολογισμό, δεν συμπεριλαμβάνω κτ σε έναν υπολογισμό έκφρ
factor [sth] out,
factor out [sth]
vtr phrasal sep
figurative (exclude)αποκλείω ρ μ
  δεν συμπεριλαμβάνω έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
absorptance,
absorption factor
n
(ability to absorb radiation)συντελεστής απορρόφησης ακτινοβολίας περίφρ
deciding factor n([sth] determining or crucial)καθοριστικός παράγοντας, αποφασιστικός παράγοντας επίθ + ουσ αρσ
 The beautiful garden was the deciding factor when we bought the house.
form factor n(mathematical factor)παράγοντας μορφής, συντελεστής διαμόρφωσης φρ ως ουσ αρσ
intrinsic factor n(protein produced by the stomach) (ιατρική)ενδογενής παράγων επίθ + ουσ αρσ
 The intrinsic factor protein helps the body to absorb and use vitamin B.
 The intrinsic factor is an enzyme-like unidentified substance secreted by the stomach.
 Η πρωτεΐνη ενδογενούς παράγοντα βοηθάει το σώμα να απορροφήσει και να χρησιμοποιήσει τη βιταμίνη Β. // Ο ενδογενής παράγων είναι μια άγνωστη ουσία σαν ένζυμο που εκκρίνεται από το στομάχι.
limiting factor n([sth] that restricts growth)ανασταλτικός παράγοντας επίθ + ουσ αρσ
  περιοριστικός παράγοντας επίθ + ουσ αρσ
  αυτό που με περιορίζει περίφρ
 The fact that he never got a degree will be a limiting factor in his career.
 In some pet fish, the limiting factor is the size of the tank in which they are kept.
load factor n(amount a vehicle can carry)συντελεστής φορτίου φρ ως ουσ αρσ
load factor n(percentage of available seats)συντελεστής πληρότητας φρ ως ουσ αρσ
  βαθμός φόρτωσης οχήματος φρ ως ουσ αρσ
load factor n(ratio of load to time)συντελεστής φόρτισης φρ ως ουσ αρσ
SPF ninitialism (sun protection factor)δείκτης ηλιακής προστασίας περίφρ
sun protection factor n(sun cream: degree of skin protection) (για αντιηλιακά)δείκτης προστασίας φρ ως ουσ αρσ
wind chill factor,
wind-chill factor,
also US: windchill factor
n
(amount wind increases cold)συντελεστής ψύξης ανέμου φρ ως ουσ αρσ
 It's 60 degrees today but due to the wind chill factor, it feels 10 degrees colder.
wow factor nslang (quality of being able to astound)παράγοντας εντυπωσιασμού φρ ως ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση power factor στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «power factor».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!